Χύμα
Χύμα καρέκλες
τραπέζια ρημαδιό
Και η σκουπιδιάρα του δήμου αραγμένη
Τα λήμματα χύμα, διαρροής υλικό
αμπούλες σκασμένες, η αντοχή ξεθυμαίνει.
Μη ψάξεις για
ποίημα τρυφερό, λυρικό
απ’ αυτά που ευφροσύνη στουμπώνουν τις λέξεις
Έχει αδειάσει τ’ απόστημα απ’ το σάπιο του
υγρό
Και μαζί του οι πλάνες κι ανώφελες έξεις.
Πλημμυρήσαν
οι δρόμοι μεμβράνη, θολός
ακαθόριστου τύπου σιχαμός τη σκεπάζει*
πατινάρουν επάνω του οι ελπίδες κι Aυτός
που σαρκώθηκε κλόουν και τρελός διασκεδάζει.
Όλα βρήκανε
τρόπο να υπάρξουν μαζί
σωριασμένα στον τοίχο που συντρίβεται η φόρα
Το μεγάλο πια Ένα στο βρεγμένο μπουζί
των ορίων στεφανώνει με δάφνες την ψώρα.
Χύμα καρέκλες τραπέζια ρημαδιό
σπέρματα, νεύρα, αισθήσεις ακέριες
χωρίς ήχο στριγκό ξεψυχάει το μωρό
που ερχόταν στη γη φορτωμένο αφέλειες.