Λάρρυ. Ο "Λάρρυ Κουλ" δεν έχει φυσική υπόσταση, δεν γεννήθηκε, δεν έζησε, και δεν πέθανε ποτέ και πουθενά. Είναι ένα νεφέλωμα, ένα αιώρημα που εμφανίστηκε στο κυβερνοχώρο από την τεράστια ποσότητα ευφυΐας (αλλά και βλακείας) που διακινείται καθημερινά μέσα στον παγκόσμιο ιστό. Ο νεφελοειδής "Λάρρυ" άγεται και φέρεται τήδε κακείσε από τυχαίους ανέμους και διαθέσεις. Τα σχήματα που παίρνει -σε αναγνώσιμη μορφή- είναι τα ποιήματα που λαμβάνετε κάθε ενάμιση μήνα περίπου. Εάν δεν τα θέλετε, απαντήστε αρνητικά και το φαινόμενο "Λάρρυ" δεν θα σας επισκεφθεί ξανά. Matrix Διασχίζω μια πλατεία με περιστέρια Βλέπω μια νεκροφόρο Φίλους και συγγενείς να πενθούν -«Ποιός πέθανε;» ρωτώ -«Εσύ» -«Εγώ;!» -«Ήταν γραφτό σου» ¶ρον άρον με βάζουν επικεφαλής Και η κηδεία μου ξεκινά. Ειμ' ένα όνειρο που παρασύρει ο άνεμος Αίφνης αντιλαμβάνομαι Πως το 'γραφτό μου' είναι το ποίημα τούτο. Τα μάγια του μυαλού μου λύνονται Ξεσπώ σε γέλια Φρρρ! πετούν μακριά τρομαγμένες οι λέξεις Αφήνοντας τη σελίδα κατάλευκη. Το χρήμα Ξυπνώ ένα πρωί και βρίσκω τον ουρανό κτισμένο Αναρίθμητοι κρυστάλλινοι θόλοι Χιλιάδες υάλινα πατώματα Παγιδευμένα τα πουλιά Προσκρούν παντού και πέφτουν νεκρά. Βλέπω τους πάντες να μετρούν χρήματα Βλέπω και τη θεία μου Ταριχευμένη με χαρτονομίσματα -"Το χρήμα ανεψιέ, το χρήμα! Πωλήσαμεν τον ουρανό!" Το ξέρω πως όλα είναι στο μυαλό μου Πώς να διαφύγω Όπου κι αν πάω είμαι η φυλακή μου Κρρακ! Μ' έναν εκκωφαντικό τριγμό Το στερέωμα σπάζει σε χίλια κομμάτια. Η ντουλάπα με τα σφάγια Ένα πρωί βγαίνω από το δωμάτιό μου,- Και δεν με αναγνωρίζει κανείς Ο πατέρας Η μητέρα η αδελφή μου Με κοιτάζουν με απορία Ρωτούν «ποιος είστε κύριε». Έντρομος υποψιάζομαι το λάθος Κλειδώνομαι στο δωμάτιό μου Ανοίγω τη ντουλάπα Κι αντικρύζω σαν σφάγια σε κρεοπωλείο Κρεάτινα κοστούμια κρεμασμένα. Παίρνω φορώ το τετριμμένο μου σαρκίο Τακτοποιώ εντόσθια μυελό Γίνομαι πάλι Θόδωρος. Όμως πέρα από σάρκες και σκέψεις Τι είναι αυτό πού ντύνεται με σκέψεις και σάρκες; Τα κορμιά Χθές η μητέρα μου -καθώς κοίταζε ασάλευτη την τηλεόραση- Εξερράγη με πάταγο Σάρκες και αίματα γέμισαν οι τοίχοι Τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται Όλοι φοβούνται πως θα σκάσουν από στιγμή σε στιγμή. Πόσο ν’ αντέξουν τα κορμιά Χωρίς σκοπό και νόημα να ζούν Στη μοναξιά Εξηρτημένα από τα χρήματα, τις μηχανές |